temp

ΔΕΣΠΩ & ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΧΟΡΟΙ

Παύλος Καρρέρ / Νίκος Σκαλκώτας

Από

Περιγραφή

ΔΕΣΠΩ

«Παρά σκλαβιά τον θάνατο ο ήρως προτιμά», τραγουδά η Δέσπω λίγο πριν ανατινάξει τον πύργο του Δημουλά (Κάστρο Ρινιάσας) στο Ζάλογγο για να βάλει τέλος στη ζωή τη δική της καθώς και της οικογένειάς της, προκειμένου να μην παραδοθούν στο τουρκικό στράτευμα του Αλή Πασά, στην τελευταία σκηνή του μονόπρακτου μελοδράματος Δέσπω, η ηρωίς του Σουλίου. Αν και πρόκειται για την τρίτη όπερα του Παύλου Καρρέρ (1829-1896) που βασίστηκε σε ελληνικό θέμα (προηγήθηκαν οι Μάρκος Μπότσαρης και Η Κυρά Φροσύνη και θα ακολουθήσει το τελευταίο του έργο Μαραθών-Σαλαμίς), διαβάζουμε στην πρώτη έκδοση του λιμπρέτου τον χαρακτηρισμό «Πρώτον Ελληνικόν τραγικόν Μελόδραμα» και αυτό αφενός γιατί η πρωτότυπη γλώσσα του είναι τα ελληνικά –στις προηγούμενες δύο τα ελληνικά ήταν διασκευή της ιταλικής μετάφρασης–, αφετέρου γιατί τονίζεται ο ελληνικός χαρακτήρας και μέσω της μουσικής – ο «Ελληνικός μουσικός χρωματισμός σχετικός με το ύφος και την ενότητα του αντικειμένου», όπως γράφει ο ίδιος στην επιστολή του προς το Ωδείο Αθηνών, λίγες μέρες μετά την ολοκλήρωση του έργου του (Αύγουστος 1875). Επιθυμία του Καρρέρ ήταν να ανεβεί το έργο του από τους σπουδαστές και καθηγητές του νεοϊδρυθέντος Ωδείου. Ωστόσο, λόγω οικονομικής και καλλιτεχνικής ανεπάρκειας των σπουδαστών του Ωδείου, ο Καρρέρ θα περίμενε αρκετά χρόνια μέχρι να ακούσει το έργο του από ιταλικό θίασο, στην ιταλική γλώσσα, στο Θέατρο «Απόλλων» της Πάτρας (Ιανουάριος 1883). Το λιμπρέτο γράφτηκε από τον Αντώνιο Μανούσο (1828-1903), καθηγητή υποκριτικής στο Ωδείο Αθηνών, και είναι κατά πάσα πιθανότητα βασισμένο στο γνωστό δημοτικό τραγούδι «Της Δέσπως», το οποίο ο ίδιος ο συγγραφέας είχε εκδώσει στη Συλλογή δημοτικών ασμάτων του το 1850 στην Κέρκυρα.

Η γένεση του ελληνικού μελοδράματος μέσα από το έργο του Καρρέρ εντάσσεται στο γενικότερο καλλιτεχνικό πλαίσιο του ελλαδικού χώρου μετά τα μέσα του 19ου αιώνα: στη λογοτεχνία γεννιέται το μυθιστόρημα με ιδιαίτερη έμφαση στο ιστορικό (Στέφανος Ξένος, Κωνσταντίνος Ράμφος), η ποίηση δέχεται επιρροές από το κλέφτικο δημοτικό τραγούδι (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Ιούλιος Τυπάλδος) ενώ το κύριο έργο των θεμελιωτών της αποκαλούμενης «Σχολής του Μονάχου» στη νεοελληνική ζωγραφική Θεόδωρου Βρυζάκη και Διονυσίου Τσόκου απεικονίζει σκηνές από την Ελληνική Επανάσταση. Η έμπνευση από το άμεσο ηρωικό παρελθόν και όχι από τα σύγχρονα προβλήματα της Ελλάδας του ύστερου 19ου αιώνα ενδεχομένως εκφράζει την απογοήτευση των καλλιτεχνών για το γεγονός ότι οι προσδοκίες της Επανάστασης για δικαιοσύνη και δημοκρατία δεν ευοδώθηκαν.


ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΧΟΡΟΙ

Όταν ο Νίκος Σκαλκώτας επέστρεψε από το Βερολίνο στην Αθήνα το 1933, η πατρίδα δεν τον υποδέχθηκε με τις αγκάλες ανοιχτές. Παρά τις σοβαρές σπουδές με (και τα εύσημα από) προσωπικότητες όπως οι Άρνολντ Σαίνμπεργκ και Κουρτ Βάιλ, η φήμη του ως ριζοσπαστικού νεωτεριστή δεν βοήθησε στην αποδοχή του Χαλκιδαίου συνθέτη από το αθηναϊκό κατεστημένο, απορροφημένο εκείνη την εποχή σε διαμάχες σχετικά με την αφομοίωση του παραδοσιακού στοιχείου στη λόγια μουσική. Διόλου τυχαία, οι 36 Ελληνικοί χοροί για ορχήστρα (καρπός της ενασχόλησης του συνθέτη με το Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο της μουσικολόγου Μέλπως Μερλιέ, μιας από τις ποικίλες βιοποριστικές του ασχολίες) αναδείχθηκαν στο μόνο έργο του Σκαλκώτα με αξιόλογη διάδοση κατά τη διάρκεια της ζωής του χάρη στη ρυθμική και ηχοχρωματική τους ποικιλία, το εύληπτο ιδίωμα και τους ευφάνταστους τρόπους ενσωμάτωσης του παραδοσιακού υλικού. Το κλασικό αυτό μνημείο της νεοελληνικής μουσικής αποτελεί τη βάση για τη νέα συνεργασία του Μπαλέτου της ΕΛΣ με δύο από τις πλέον διακεκριμένες χορογραφικές δυνάμεις της χώρας που ψηλαφούν, με τον ιδιαίτερο τρόπο τους, τη σχέση του κληρονομημένου εθνικού αφηγήματος με το σήμερα, διακόσια χρόνια μετά την Επανάσταση που οδήγησε στην ίδρυση του νεοελληνικού κράτους.
Πώς το παραδεδομένο υλικό του παρελθόντος αφομοιώνεται από έναν σύγχρονο κόσμο μελαγχολικό, σημαδεμένο από την ήττα και τη φθορά; Πώς αναπροσδιορίζει κανείς την ιστορική του ταυτότητα υπό τη σκέπη της επίμονης, δυστοπικής αποτυχίας; Πώς, εντέλει, αγκαλιάζει την ατέλεια, ώστε να ανακαλύψει ξανά τον ηρωισμό μιας νέας ελπίδας; Τέτοιου είδους ερωτήματα στοιχειώνουν τον στοχασμό και τη χορογραφική προσέγγιση της Πατρίσιας Απέργη στην τολμηρή απόπειρά της να ανασύρει την επαναστατική ομορφιά και ποίηση που κρύβεται στο ρημαγμένο σώμα.

Οι ήρωες μπορεί κάποτε να ηττώνται και να αποκαθηλώνονται, εξίσου συχνά, ωστόσο, ξαναγεννιούνται και ανορθώνονται. Αυτό το σπαρακτικό μονοπάτι της ανόδου, της πτώσης και της όψιμης αποκατάστασης που χαρακτήρισε τόσους ήρωες και ηρωίδες του νέου ελληνισμού (από τους αγωνιστές του 1821 ως τον ίδιο τον Σκαλκώτα, του οποίου την εγχώρια παραγνώριση διαδέχθηκε η διεθνής καταξίωση) επιχειρεί να σκιαγραφήσει η νέα χορογραφική πρόταση των RootlessRoot (Λίντα Καπετανέα και Γιόζεφ Φρούτσεκ), αξιοποιώντας παράλληλα τις νέες τεχνολογίες ζωντανής επεξεργασίας του ηχητικού τοπίου που γεννιέται από την αλληλεπίδραση των χορευτών με ένα διαδραστικό σκηνικό περιβάλλον, εμπνευσμένο από τη σκέψη του συνθέτη.